Στις 15 Μαρτίου 2004, o Prince ανεβαίνει σε μια σκηνή με τρεις θρύλους (Tom Petty, Steve Winwood, Jeff Lynne), για να παίξει μαζί τους το «While My Guitar Gently Weeps», του George Harrison. Είναι η βραδιά που παίρνει αυτό που δικαιωματικά του ανήκε: μια θέση στο Rock & Roll Hall of Fame, δίπλα στο πρώην «σκαθάρι», ο οποίος είναι το τιμώμενο πρόσωπο. Περιμένεις να δεις έναν ακόμα μεγάλο κιθαρίστα να τιμά έναν επίσης μεγάλο μουσικό. Και κάποια στιγμή ξεκινάει ένα σόλο που μοιάζει ατελείωτο.
Είναι μια επίδειξη κυριαρχίας. Είναι σαν να λέει «μπορώ να δώσω ακόμα περισσότερα». Στο τέλος πετάει την κιθάρα πίσω του και φεύγει χωρίς να κοιτάξει. Και αυτή ακριβώς η παράσταση μένει στην ιστορία. Επισκιάζει την τελετή. Επισκιάζει το τραγούδι. Επισκιάζει τον Harrison. Λίγο μετά, το βίντεο με το απόσπασμα του σόλο κάνει εκατομμύρια προβολές στο νεοσύστατο YouTube.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Prince ήταν τεράστιο μέγεθος. Δεν είναι θέμα δισκογραφίας ή βραβείων, είναι ο τρόπος που δούλευε, που έσπαγε τους κανόνες, που επικοινωνούσε τη μουσική του. Ηχογραφούσε μόνος του, άλλαζε από την κιθάρα στο πιάνο με εξαιρετική ευχέρεια, έγραφε, παρήγαγε και έπαιζε σχεδόν τα πάντα ο ίδιος. Δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα ότι δεν εμπιστευόταν κανέναν να αποδώσει αυτό που είχε στο μυαλό του. Και αυτό δεν είναι απλώς ταλέντο, είναι ο απόλυτος καλλιτεχνικός έλεγχος.
Στα υπόγεια του Paisley Park
Παιδί-θαύμα, με μουσικά «γονίδια» τόσο από την μητρική όσο και από την πατρική του πλευρά, έβγαζε το ένα άλμπουμ μετά το άλλο. Έγραφε τραγούδια στον «ύπνο» και τα άφηνε στην άκρη γιατί την επόμενη μέρα έγραφε κάτι καλύτερο. Ο μύθος λέει ότι στα υπόγεια του Paisley Park, το συγκρότημα 6.000 τετραγωνικών που ήταν το σπίτι, το καταφύγιο και το στούντιό του, υπάρχει υλικό για δεκαετίες. Δεν είναι υπερβολή.
Αν κάτι σιχαινόταν ο Prince ήταν οι μουσικές ταμπέλες και τα κουτάκια. Το Purple Rain, για παράδειγμα, θα μπορούσε να είναι ένα απλό soundtrack. Αντί γι’ αυτό, έγινε το εμβληματικότερο παράδειγμα συγχώνευσης ποπ, ροκ, soul και gospel. Ήταν κάτι που δεν είχε ξαναγίνει με τόση τελειότητα. Ήταν κάτι εντελώς "Prince". Funk, rock, jazz, psychedelia – όλα μπήκαν στο ίδιο μπλέντερ για να βγει το δικό του χαρμάνι. Αυτός είναι και ο λόγος που η επιρροή του είναι παντού, ακόμα κι αν δεν το συνειδητοποιείς. Από τη σεξουαλική ρευστότητα της ποπ μέχρι τη μίξη ειδών που σήμερα θεωρείται δεδομένη, ο Prince το είχε κάνει πρώτος. Δεν άνοιξε απλώς δρόμους, έδειξε ότι δεν χρειάζεται καν να υπάρχουν δρόμοι.
Ο συνδετικός κρίκος «μαύρης» και «λευκής» μουσικής
Θα μου πεις τώρα, είναι ο πρώτος ή ο μοναδικός που έκανε κάτι τέτοιο. Όχι, αλλά ο Prince το έκανε σε μια εποχή που η αμερικανική μουσική ήταν έντονα χωρισμένη σε «μαύρη» και «λευκή». Εκείνος ήταν ο συνδετικός κρίκος. Στυλιστικά, σεξουαλικά, μουσικά. Και ναι, η πρόκληση ήταν βασικό εργαλείο της μουσικής του προσέγγισης. Οι στίχοι ήταν ωμά σεξουαλικοί, αλλά όχι για να σοκάρουν.
Ο Prince ήθελε να απαλλάξει τη mainstream κουλτούρα από τον πουριτανισμό. Την ίδια στιγμή, όμως, τα τραγούδια του ακουμπούσαν το πνευματικό ή το υπαρξιακό. Δεν ήταν χυδαίος. Αυτή η αντίφαση –σάρκα και πνεύμα στο ίδιο σώμα– είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό του στοιχείο. Δεν διάλεγε πλευρά. Τα ήθελε όλα.
Οι δισκογραφικές δεν μπόρεσαν ποτέ να τον εντάξουν στο σύστημα. Δεν έδινε συνεντεύξεις εύκολα. Δεν εξηγούσε. Δεν ένιωθε την ανάγκη να γίνει κατανοητός. Αντίθετα, καλλιεργούσε το μυστήριο. Όταν άλλαξε το όνομά του σε ένα σύμβολο, το 1993, εξαιτίας μιας διαμάχης με τη δισκογραφική του, Warner Bross Records, αυτό δεν ήταν απλώς μια ιδιοτροπία. Ήταν μια δήλωση: «Δεν θα με ορίσετε εσείς». Το ίδιο και όταν εμφανιζόταν με τη λέξη «slave» γραμμένη στο πρόσωπο. Δεν ήταν θεατρικότητα. Ήταν πόλεμος με τη βιομηχανία.
Η αξία της ελευθερίας
Και εδώ βρίσκεται μια άλλη πτυχή της σπουδαιότητάς του: η εμμονή με την ελευθερία. Ο Prince δεν ήθελε απλώς να κάνει μουσική. Ήθελε να ελέγχει τα δικαιώματα, τη διανομή, τον ρυθμό κυκλοφορίας. Σήμερα αυτό μοιάζει σχεδόν αυτονόητο για αρκετούς καλλιτέχνες (με πιο πρόσφατη περίπτωση την Taylor Swift). Τότε, όμως, δεν ήταν. Και εκείνος πλήρωσε το τίμημα – εμπορικά, επικοινωνιακά – για να το διεκδικήσει. Αυτός είναι ο λόγος, διάολε, που στο συλλογικό μουσικό υποσυνείδητο ο Prince είναι τεράστιο μέγεθος, αλλά όχι ένας Michael Jackson ή ένας David Bowie.
Κάπου εκεί το μοτίβο γίνεται ξεκάθαρο: ο Prince δεν λειτουργούσε με βάση τη λογική της καριέρας. Δεν τον ενδιέφερε να «κρατήσει» την επιτυχία. Δεν τον ενδιέφερε καν να επαναλάβει τον εαυτό του. Κάθε επόμενο βήμα μπορούσε να είναι εμπορική αυτοκτονία – και συχνά ήταν. Αλλά αυτό ήταν το τίμημα για να μείνει δημιουργικά ελεύθερος.
Ο ντροπαλός, εσωστρεφής και δυσπρόσιτος Prince Rogers Nelson έδινε συναυλίες για τις μάζες και μετά aftershows σε μικρά clubs για τον πυρήνα των οπαδών του. Εκεί έπαιζε σαν να μην υπάρχει αύριο. Δεν ήταν υποχρέωση. Ήταν ανάγκη. Και όμως, μέσα σε όλη αυτή την υπερβολή, υπάρχει κάτι πολύ ανθρώπινο. Ένα παιδί που μεγάλωσε σε δύσκολο περιβάλλον -μετά το διαζύγιο των γονιών του άλλαζε συνεχώς σπίτια- βρήκε στη μουσική έναν τρόπο να ξεφύγει. Ένας καλλιτέχνης που προσπαθούσε να ελέγξει τον κόσμο του επειδή ο πραγματικός κόσμος δεν ήταν ποτέ πλήρως υπό έλεγχο. Ίσως γι’ αυτό η μουσική του έχει αυτή την ένταση: δεν είναι απλώς έκφραση, είναι επιβίωση.
Η «ανορθογραφία» που έγινε μουσικό σύμπαν
Και τελικά, ίσως αυτό είναι το πιο σημαντικό. Δεν ήταν απλώς μπροστά από την εποχή του. Ήταν έξω από αυτήν. Μια «ανορθογραφία» στο σύστημα της ποπ κουλτούρας. Κάτι που δεν λογικά δεν είχε πιθανότητες επιτυχίας, αλλά έγινε ένα μουσικό σύμπαν. Και αν αναρωτιέσαι γιατί ακόμα μιλάμε γι’ αυτόν, η απάντηση είναι απλή: γιατί δεν έχουμε βρει ακόμα τρόπο να τον αντικαταστήσουμε 10 χρόνια μετά τον θάνατό του.
Και μάλλον δεν θα βρούμε.